G7579 — 3 wystąpień
G7579 · ἐφάπτω (ephaptō) · to attach to — 1. to bind on or to , λύουσα ἢ ' φάπτουσα undoing or making fast , (Sophocles Tragicus); τοὖργον ὡς ἐφάψειεν τόδε that she had made fast (i. e. perpetrated) the deed, (Sophocles Tragicus):—;Pass., 3rd singular perfect and pluperfect ἐφῆπτα… [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Am 2
-
2 Mch 7,1
LXX · V.PMN
συνέβη δὲ καὶ ἑπτὰ ἀδελφοὺς μετὰ τῆς μητρὸς συλλημφθέντας ἀναγκάζεσθαι ὑπὸ τοῦ βασιλέως ἀπὸ τῶν ἀθεμίτων ὑείων κρεῶν ἐφάπτεσθαι μάστιξιν καὶ νευραῖς αἰκιζομένους -
Am 6,3
LXX · V.PMPNPM
οἱ ἐρχόμενοι εἰς ἡμέραν κακήν οἱ ἐγγίζοντες καὶ ἐφαπτόμενοι σαββάτων ψευδῶν -
Am 9,5
LXX · V.PMPNSM
καὶ κύριος κύριος ὁ θεὸς ὁ παντοκράτωρ ὁ ἐφαπτόμενος τῆς γῆς καὶ σαλεύων αὐτήν καὶ πενθήσουσιν πάντες οἱ κατοικοῦντες αὐτήν καὶ ἀναβήσεται ὡς ποταμὸς συντέλεια αὐτῆς καὶ καταβήσεται ὡς ποταμὸς Αἰγύπτου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)