G7567 — 2 wystąpień
G7567 · εὐσταθέω (eustatheō) · be stable — to be steady, favourable , (Euripides):—; to be calm, tranquil , of the sea, (Lucian) ; from εὐστᾶθής (ML) [STEPBible CC BY]
2 Mch 2
-
2 Mch 12,2
LXX · V.PAN
τῶν δὲ κατὰ τόπον στρατηγῶν Τιμόθεος καὶ Ἀπολλώνιος ὁ τοῦ Γενναίου ἔτι δὲ Ἱερώνυμος καὶ Δημοφών πρὸς δὲ τούτοις Νικάνωρ ὁ Κυπριάρχης οὐκ εἴων αὐτοὺς εὐσταθεῖν καὶ τὰ τῆς ἡσυχίας ἄγειν -
2 Mch 14,25
LXX · V.AAI3S
παρεκάλεσεν αὐτὸν γῆμαι καὶ παιδοποιήσασθαι ἐγάμησεν εὐστάθησεν ἐκοινώνησεν βίου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)