G7535 — 2 wystąpień
G7535 · εὔελπις (euelpis) · confident — of good hope, hopeful, cheerful, sanguine , (Thucydides), etc.:—;with infinitive future , εὔελπις ἰσχύσειν (Aeschulus Tragicus); εὔελπις σωθήσεσθαι in good hope to be saved, (Thucydides) (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 1Mdr 1
-
Prz 19,18
LXX · N.NSF
παίδευε υἱόν σου οὕτως γὰρ ἔσται εὔελπις εἰς δὲ ὕβριν μὴ ἐπαίρου τῇ ψυχῇ σου -
Mdr 12,19
LXX · A.APM
ἐδίδαξας δέ σου τὸν λαὸν διὰ τῶν τοιούτων ἔργων ὅτι δεῖ τὸν δίκαιον εἶναι φιλάνθρωπον καὶ εὐέλπιδας ἐποίησας τοὺς υἱούς σου ὅτι διδοῖς ἐπὶ ἁμαρτήμασιν μετάνοιαν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)