G7533 — 4 wystąpień
G7533 · εὐδοκιμέω (eudokimeō) · be approved — to be of good repute, to be held in esteem, honoured, famous, popular , (Theognis Elegiacus), etc.: —; εὐδ. ἔν τινι to be distinguished in a thing, (Herdotus Historicus); ἐπί τινι (Plato Philosophus):—; εὐδ. παρὰ τῷ βασιλέϊ to have influen… [STEPBible CC BY]
Rdz 1Syr 3
-
Rdz 43,23
LXX · V.PAPASN
εἶπεν δὲ αὐτοῖς ἵλεως ὑμῖν μὴ φοβεῖσθε ὁ θεὸς ὑμῶν καὶ ὁ θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν ἔδωκεν ὑμῖν θησαυροὺς ἐν τοῖς μαρσίπποις ὑμῶν τὸ δὲ ἀργύριον ὑμῶν εὐδοκιμοῦν ἀπέχω καὶ ἐξήγαγεν πρὸς αὐτοὺς τὸν Συμεων -
Syr 39,34
LXX · V.FPI3S
καὶ οὐκ ἔστιν εἰπεῖν τοῦτο τούτου πονηρότερον πάντα γὰρ ἐν καιρῷ εὐδοκιμηθήσεται -
Syr 40,25
LXX · V.PMI3S
χρυσίον καὶ ἀργύριον ἐπιστήσουσιν πόδα καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα βουλὴ εὐδοκιμεῖται -
Syr 41,16
LXX · V.PMI3S
τοιγαροῦν ἐντράπητε ἐπὶ τῷ ῥήματί μου οὐ γάρ ἐστιν πᾶσαν αἰσχύνην διαφυλάξαι καλόν καὶ οὐ πάντα πᾶσιν ἐν πίστει εὐδοκιμεῖται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)