G7430 — 2 wystąpień
G7430 · ἐπιμίγνυμι (epimignumi) · to intermix — 1. to add to by mixing, mix with , τί τινι (Plato Philosophus) ; 2. intransitive to mingle with others, to have intercourse or dealings with them, τισί (Thucydides); πρός τινας (Xenophon Historicus):—;so also in Pass., ἐπιμίγνυσθαι ἀλλήλοι… [STEPBible CC BY]
Prz 1Ez 1
-
Prz 14,10
LXX · V.PMI3S
καρδία ἀνδρὸς αἰσθητική λυπηρὰ ψυχὴ αὐτοῦ ὅταν δὲ εὐφραίνηται οὐκ ἐπιμείγνυται ὕβρει -
Ez 16,37
LXX · V.API2S
διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἐπὶ σὲ συνάγω πάντας τοὺς ἐραστάς σου ἐν οἷς ἐπεμίγης ἐν αὐτοῖς καὶ πάντας οὓς ἠγάπησας σὺν πᾶσιν οἷς ἐμίσεις καὶ συνάξω αὐτοὺς ἐπὶ σὲ κυκλόθεν καὶ ἀποκαλύψω τὰς κακίας σου πρὸς αὐτούς καὶ ὄψονται πᾶσαν τὴν αἰσχύνην σου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)