G7429 — 3 wystąpień
G7429 · ἐπίληπτος (epilēptos) · convulsed — 1. caught or detected in anything, (Sophocles Tragicus); with participle , ἐπίλαμπτος ἀφάσσουσα caught in the act of feeling, (Herdotus Historicus) ; 2. suffering , (Demosthenes Orator) (ML) [STEPBible CC BY]
1 Sm 22 Krl 1
-
1 Sm 21,15
LXX · A.ASM
καὶ εἶπεν Αγχους πρὸς τοὺς παῖδας αὐτοῦ ἰδοὺ ἴδετε ἄνδρα ἐπίλημπτον ἵνα τί εἰσηγάγετε αὐτὸν πρός με -
1 Sm 21,16
LXX · A.GPM
ἦ ἐλαττοῦμαι ἐπιλήμπτων ἐγώ ὅτι εἰσαγειόχατε αὐτὸν ἐπιλημπτεύεσθαι πρός με οὗτος οὐκ εἰσελεύσεται εἰς οἰκίαν -
2 Krl 9,11
LXX · A.NSM
καὶ Ιου ἐξῆλθεν πρὸς τοὺς παῖδας τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ εἶπον αὐτῷ εἰ εἰρήνη τί ὅτι εἰσῆλθεν ὁ ἐπίλημπτος οὗτος πρὸς σέ καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὑμεῖς οἴδατε τὸν ἄνδρα καὶ τὴν ἀδολεσχίαν αὐτοῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)