G7416 — 2 wystąpień
G7416 · ἐπικλίνω (epiklinō) · to incline — 1. to put a door to : Pass., perfect participle ἐπικεκλῖμέναι σανίδες closed doors, (Iliad by Homer) ; 2. to bend towards , τὰ ὦτα ἐπ. to prick the ears, (Xenophon Historicus):—; Pass., κεραῖαι ἐπικεκλιμέναι spars inclined at an angle to t… [STEPBible CC BY]
Rdz 11 Krl 1
-
Rdz 24,14
LXX · V.AAD2S
καὶ ἔσται ἡ παρθένος ᾗ ἂν ἐγὼ εἴπω ἐπίκλινον τὴν ὑδρίαν σου ἵνα πίω καὶ εἴπῃ μοι πίε καὶ τὰς καμήλους σου ποτιῶ ἕως ἂν παύσωνται πίνουσαι ταύτην ἡτοίμασας τῷ παιδί σου Ισαακ καὶ ἐν τούτῳ γνώσομαι ὅτι ἐποίησας ἔλεος τῷ κυρίῳ μου Αβρααμ -
1 Krl 8,58
LXX · V.AAN
ἐπικλῖναι καρδίας ἡμῶν πρὸς αὐτὸν τοῦ πορεύεσθαι ἐν πάσαις ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ φυλάσσειν πάσας τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ προστάγματα αὐτοῦ ἃ ἐνετείλατο τοῖς πατράσιν ἡμῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)