G7397 — 4 wystąpień
G7397 · ἐπιγνώμων (epignōmōn) · an arbitrator — 1. an arbiter, umpire, judge , with genitive rei, (Plato Philosophus); ἐπ. τῆς τιμῆς an appraiser, (Demosthenes Orator) ; 2. = συγγνώμων, pardoning , τινί (Moschus Bucolicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 4
-
Prz 12,26
LXX · N.NSM
ἐπιγνώμων δίκαιος ἑαυτοῦ φίλος ἔσται αἱ δὲ γνῶμαι τῶν ἀσεβῶν ἀνεπιεικεῖς ἁμαρτάνοντας καταδιώξεται κακά ἡ δὲ ὁδὸς τῶν ἀσεβῶν πλανήσει αὐτούς -
Prz 13,10
LXX · A.NPM
κακὸς μεθ᾿ ὕβρεως πράσσει κακά οἱ δὲ ἑαυτῶν ἐπιγνώμονες σοφοί -
Prz 17,27
LXX · A.NSM
ὃς φείδεται ῥῆμα προέσθαι σκληρόν ἐπιγνώμων μακρόθυμος δὲ ἀνὴρ φρόνιμος -
Prz 36,7
LXX · A.NSM
ἐπίσταται δίκαιος κρίνειν πενιχροῖς ὁ δὲ ἀσεβὴς οὐ συνήσει γνῶσιν καὶ πτωχῷ οὐχ ὑπάρχει νοῦς ἐπιγνώμων
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)