G7394 — 2 wystąpień
G7394 · ἐπιγελάω (epigelaō) · to laugh at — 1. to laugh approvingly , Lat. arrideo , (Iliad by Homer), attic ; 2. = ἐπεγγελάω, (Lucian) (ML) [STEPBible CC BY]
Tb 1Prz 1
-
Tb 2,8
LXX · V.IAI3P
καὶ οἱ πλησίον ἐπεγέλων λέγοντες οὐκέτι φοβεῖται φονευθῆναι περὶ τοῦ πράγματος τούτου καὶ ἀπέδρα καὶ ἰδοὺ πάλιν θάπτει τοὺς νεκρούς -
Prz 1,26
LXX · V.FMI1S
τοιγαροῦν κἀγὼ τῇ ὑμετέρᾳ ἀπωλείᾳ ἐπιγελάσομαι καταχαροῦμαι δέ ἡνίκα ἂν ἔρχηται ὑμῖν ὄλεθρος
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)