G7384 — 2 wystąpień
G7384 · ἐπεύχομαι (epeuchomai) · to invoke — 1. Dep. ; 2. to pray or make a vow to a deity, with dative , (Homer), etc.:—;with infinitive to pray to one that . . , (Odyssey by Homer), etc. :—;with accusative rei, to pray for , (Aeschulus Tragicus): also, with accusative cognate , ἐπ.… [STEPBible CC BY]
Pwt 11 Krn 1
-
Pwt 10,8
LXX · V.PMN
ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ διέστειλεν κύριος τὴν φυλὴν τὴν Λευι αἴρειν τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης κυρίου παρεστάναι ἔναντι κυρίου λειτουργεῖν καὶ ἐπεύχεσθαι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης -
1 Krn 23,13
LXX · V.PMN
υἱοὶ Αμβραμ Ααρων καὶ Μωυσῆς καὶ διεστάλη Ααρων τοῦ ἁγιασθῆναι ἅγια ἁγίων αὐτὸς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἕως αἰῶνος τοῦ θυμιᾶν ἐναντίον τοῦ κυρίου λειτουργεῖν καὶ ἐπεύχεσθαι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἕως αἰῶνος
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)