G7345 — 4 wystąpień
G7345 · ἐξόλλυμι (exollumi) · to totally ruin — 1. to destroy utterly , (Odyssey by Homer), etc. ; 2. Mid., with perfect 2 ἐξόλωλα, to perish utterly , (Sophocles Tragicus), etc. (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 3Syr 1
-
Prz 10,31
LXX · V.FMI3S
στόμα δικαίου ἀποστάζει σοφίαν γλῶσσα δὲ ἀδίκου ἐξολεῖται -
Prz 11,17
LXX · V.PAI3S
τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἀγαθὸν ποιεῖ ἀνὴρ ἐλεήμων ἐξολλύει δὲ αὐτοῦ σῶμα ὁ ἀνελεήμων -
Prz 15,27
LXX · V.PAI3S
ἐξόλλυσιν ἑαυτὸν ὁ δωρολήμπτης ὁ δὲ μισῶν δώρων λήμψεις σῴζεται ἐλεημοσύναις καὶ πίστεσιν ἀποκαθαίρονται ἁμαρτίαι τῷ δὲ φόβῳ κυρίου ἐκκλίνει πᾶς ἀπὸ κακοῦ -
Syr 5,7
LXX · V.FMI2S
μὴ ἀνάμενε ἐπιστρέψαι πρὸς κύριον καὶ μὴ ὑπερβάλλου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ἐξάπινα γὰρ ἐξελεύσεται ὀργὴ κυρίου καὶ ἐν καιρῷ ἐκδικήσεως ἐξολῇ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)