G7257 — 2 wystąpień
G7257 · ἔνοπλος (enoplos) · armed — 1. in arms, armed , (Sophocles Tragicus) ; 2. with armed men within , of the Trojan horse, (Euripides) (ML) [STEPBible CC BY]
1 Krl 12 Mch 1
-
1 Krl 22,10
LXX · A.NPM
καὶ ὁ βασιλεὺς Ισραηλ καὶ Ιωσαφατ βασιλεὺς Ιουδα ἐκάθηντο ἀνὴρ ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ ἔνοπλοι ἐν ταῖς πύλαις Σαμαρείας καὶ πάντες οἱ προφῆται ἐπροφήτευον ἐνώπιον αὐτῶν -
2 Mch 14,22
LXX · N.APM
διέταξεν Ιουδας ἐνόπλους ἑτοίμους ἐν τοῖς ἐπικαίροις τόποις μήποτε ἐκ τῶν πολεμίων αἰφνιδίως κακουργία γένηται τὴν ἁρμόζουσαν ἐποιήσαντο κοινολογίαν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)