G7236 — 9 wystąpień
G7236 · ἐνεχυράζω (enechurazō) · to take for security — 1. to take a pledge from one, τινός Lex quoted in (Demosthenes Orator) ; 2. with accusative rei, to take in pledge , (Demosthenes Orator):—;Pass. to have one's goods seized for debt , (Aristophanes Comicus):—;Mid. to have security given on… [STEPBible CC BY]
Wj 1Pwt 3Jdt 1Hi 3Ez 1
-
Wj 22,25
LXX · V.AAS2S
ἐὰν δὲ ἐνεχύρασμα ἐνεχυράσῃς τὸ ἱμάτιον τοῦ πλησίον πρὸ δυσμῶν ἡλίου ἀποδώσεις αὐτῷ -
Pwt 24,6
LXX · V.FAI2S
οὐκ ἐνεχυράσεις μύλον οὐδὲ ἐπιμύλιον ὅτι ψυχὴν οὗτος ἐνεχυράζει -
Pwt 24,6
LXX · V.PAI3S
οὐκ ἐνεχυράσεις μύλον οὐδὲ ἐπιμύλιον ὅτι ψυχὴν οὗτος ἐνεχυράζει -
Pwt 24,17
LXX · V.FAI2S
οὐκ ἐκκλινεῖς κρίσιν προσηλύτου καὶ ὀρφανοῦ καὶ χήρας καὶ οὐκ ἐνεχυράσεις ἱμάτιον χήρας -
Jdt 8,16
LXX · V.PAD2P
ὑμεῖς δὲ μὴ ἐνεχυράζετε τὰς βουλὰς κυρίου τοῦ θεοῦ ἡμῶν ὅτι οὐχ ὡς ἄνθρωπος ὁ θεὸς ἀπειληθῆναι οὐδ᾿ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου διαιτηθῆναι -
Hi 22,6
LXX · V.IAI2S
ἠνεχύραζες δὲ τοὺς ἀδελφούς σου διὰ κενῆς ἀμφίασιν δὲ γυμνῶν ἀφείλου -
Hi 24,3
LXX · V.AAI3P
ὑποζύγιον ὀρφανῶν ἀπήγαγον καὶ βοῦν χήρας ἠνεχύρασαν -
Hi 34,31
LXX · V.FAI1S
ὅτι πρὸς τὸν ἰσχυρὸν ὁ λέγων εἴληφα οὐκ ἐνεχυράσω -
Ez 18,16
LXX · V.AAI3S
καὶ ἄνθρωπον οὐ κατεδυνάστευσεν καὶ ἐνεχυρασμὸν οὐκ ἐνεχύρασεν καὶ ἅρπαγμα οὐχ ἥρπασεν τὸν ἄρτον αὐτοῦ τῷ πεινῶντι ἔδωκεν καὶ γυμνὸν περιέβαλεν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)