G7225 — 4 wystąpień
G7225 · ἐνδίδωμι (endidōmi) · to give forth — 1. to give in : ; 2. to give into one's hands, give up to , τινά or τί τινι (Euripides), etc.; a city, especially by treachery, (Thucydides) ; 3. like Lat. praebere , to give, lend, afford, ἐνδιδόναι τινὶ χέρα to lend him a hand, (Euripide… [STEPBible CC BY]
Rdz 2Prz 1Ez 1
-
Rdz 8,3
LXX · V.IAI3S
καὶ ἐνεδίδου τὸ ὕδωρ πορευόμενον ἀπὸ τῆς γῆς ἐνεδίδου καὶ ἠλαττονοῦτο τὸ ὕδωρ μετὰ πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ἡμέρας -
Rdz 8,3
LXX · V.IAI3S
καὶ ἐνεδίδου τὸ ὕδωρ πορευόμενον ἀπὸ τῆς γῆς ἐνεδίδου καὶ ἠλαττονοῦτο τὸ ὕδωρ μετὰ πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ἡμέρας -
Prz 10,30
LXX · V.FAI3S
δίκαιος τὸν αἰῶνα οὐκ ἐνδώσει ἀσεβεῖς δὲ οὐκ οἰκήσουσιν γῆν -
Ez 3,11
LXX · V.AAS3P
καὶ βάδιζε εἴσελθε εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν πρὸς τοὺς υἱοὺς τοῦ λαοῦ σου καὶ λαλήσεις πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς τάδε λέγει κύριος ἐὰν ἄρα ἀκούσωσιν ἐὰν ἄρα ἐνδῶσιν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)