G7216 — 5 wystąpień
G7216 · ἐνάλλομαι (enallomai) · to assail — 1. Dep. ; 2. to leap in or upon , with dative , (Aeschulus Tragicus) ; 3. to rush against (Sophocles Tragicus) ; 4. absolute to dance , (Aristophanes Comicus) (ML) [STEPBible CC BY]
1 Mch 1Hi 4
-
1 Mch 3,23
LXX · V.IMI3S
ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν ἐνήλατο εἰς αὐτοὺς ἄφνω καὶ συνετρίβη Σήρων καὶ ἡ παρεμβολὴ αὐτοῦ ἐνώπιον αὐτοῦ -
Hi 6,27
LXX · V.PMI2P
πλὴν ὅτι ἐπ᾿ ὀρφανῷ ἐπιπίπτετε ἐνάλλεσθε δὲ ἐπὶ φίλῳ ὑμῶν -
Hi 16,4
LXX · V.FAI1S
κἀγὼ καθ᾿ ὑμᾶς λαλήσω εἰ ὑπέκειτό γε ἡ ψυχὴ ὑμῶν ἀντὶ τῆς ἐμῆς εἶτ᾿ ἐναλοῦμαι ὑμῖν ῥήμασιν κινήσω δὲ καθ᾿ ὑμῶν κεφαλήν -
Hi 16,10
LXX · V.AMI3S
ἀκίσιν ὀφθαλμῶν ἐνήλατο ὀξεῖ ἔπαισέν με εἰς σιαγόνα ὁμοθυμαδὸν δὲ κατέδραμον ἐπ᾿ ἐμοί -
Hi 19,5
LXX · V.PMI2P
ἔα δὲ ὅτι ἐπ᾿ ἐμοὶ μεγαλύνεσθε ἐνάλλεσθε δέ μοι ὀνείδει
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)