G7152 — 8 wystąpień
G7152 · ἐκτήκω (ektēkō) · to waste away — 1. to melt out, destroy, by melting , (Euripides) ; 2. metaphorically to let melt away, let pine or waste away , (Euripides) ; 3. Pass., with perfect ἐκτέτηκα, aorist2 ἐξετάκην [ ᾶ], to melt, pine or waste away , (Euripides); τόδ᾽ μήποτ᾽ ἐ… [STEPBible CC BY]
Kpł 1Hi 1Ps 4Syr 2
-
Kpł 26,16
LXX · V.PAPASF
καὶ ἐγὼ ποιήσω οὕτως ὑμῖν καὶ ἐπισυστήσω ἐφ᾿ ὑμᾶς τὴν ἀπορίαν τήν τε ψώραν καὶ τὸν ἴκτερον καὶ σφακελίζοντας τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ τὴν ψυχὴν ὑμῶν ἐκτήκουσαν καὶ σπερεῖτε διὰ κενῆς τὰ σπέρματα ὑμῶν καὶ ἔδονται οἱ ὑπεναντίοι ὑμῶν -
Hi 31,16
LXX · V.AAI1S
ἀδύνατοι δὲ χρείαν ἥν ποτ᾿ εἶχον οὐκ ἀπέτυχον χήρας δὲ τὸν ὀφθαλμὸν οὐκ ἐξέτηξα -
Ps 39,12
LXX · V.AAI2S
ἐν ἐλεγμοῖς ὑπὲρ ἀνομίας ἐπαίδευσας ἄνθρωπον καὶ ἐξέτηξας ὡς ἀράχνην τὴν ψυχὴν αὐτοῦ πλὴν μάτην ταράσσεται πᾶς ἄνθρωπος διάψαλμα -
Ps 119,139
LXX · V.AAI3S
ἐξέτηξέν με ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου ὅτι ἐπελάθοντο τῶν λόγων σου οἱ ἐχθροί μου -
Ps 119,158
LXX · V.IMI1S
εἶδον ἀσυνθετοῦντας καὶ ἐξετηκόμην ὅτι τὰ λόγιά σου οὐκ ἐφυλάξαντο -
Ps 139,21
LXX · V.IMI1S
οὐχὶ τοὺς μισοῦντάς σε κύριε ἐμίσησα καὶ ἐπὶ τοῖς ἐχθροῖς σου ἐξετηκόμην -
Syr 18,18
LXX · V.PAI3S
μωρὸς ἀχαρίστως ὀνειδιεῖ καὶ δόσις βασκάνου ἐκτήκει ὀφθαλμούς -
Syr 31,1
LXX · V.PAI3S
ἀγρυπνία πλούτου ἐκτήκει σάρκας καὶ ἡ μέριμνα αὐτοῦ ἀφιστᾷ ὕπνον
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)