G7151 — 2 wystąpień
G7151 · ἐκτέμνω (ektemnō) · to cut off — 1. to cut out , (Iliad by Homer); ὀϊστὸν ἐκτάμνειν μηροῦ to cut an arrow from the thigh, (Iliad by Homer) ; 2. to cut trees out of a wood, cut down , (Iliad by Homer); of planks, to hew out, hew into shape , ὃς νήϊον ἐκτάμνῃσιν (epic for -… [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Iz 1
-
2 Mch 15,33
LXX · V.AAPNSM
καὶ τὴν γλῶσσαν τοῦ δυσσεβοῦς Νικάνορος ἐκτεμὼν ἔφη κατὰ μέρος δώσειν τοῖς ὀρνέοις τὰ δ᾿ ἐπίχειρα τῆς ἀνοίας κατέναντι τοῦ ναοῦ κρεμάσαι -
Iz 38,12
LXX · V.FAN
ἐκ τῆς συγγενείας μου κατέλιπον τὸ λοιπὸν τῆς ζωῆς μου ἐξῆλθεν καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ ἐμοῦ ὥσπερ ὁ καταλύων σκηνὴν πήξας τὸ πνεῦμά μου παρ᾿ ἐμοὶ ἐγένετο ὡς ἱστὸς ἐρίθου ἐγγιζούσης ἐκτεμεῖν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ παρεδόθην
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)