G7086 — 4 wystąpień
G7086 · ἐκδέρω (ekderō) · to flay — 1. to strip off the skin from a person, with accusative , (Herdotus Historicus): also with accusative rei, to strip off , βύρσαν ἐκδ. (Euripides) ; 2. to cudgel soundly, to "hide, " (Aristophanes Comicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Kpł 12 Krn 1Mi 2
-
Kpł 1,6
LXX · V.AAPNPM
καὶ ἐκδείραντες τὸ ὁλοκαύτωμα μελιοῦσιν αὐτὸ κατὰ μέλη -
2 Krn 35,11
LXX · V.AAI3P
καὶ ἔθυσαν τὸ φασεχ καὶ προσέχεαν οἱ ἱερεῖς τὸ αἷμα ἐκ χειρὸς αὐτῶν καὶ οἱ Λευῖται ἐξέδειραν -
Mi 2,8
LXX · V.AAI3P
καὶ ἔμπροσθεν ὁ λαός μου εἰς ἔχθραν ἀντέστη κατέναντι τῆς εἰρήνης αὐτοῦ τὴν δορὰν αὐτοῦ ἐξέδειραν τοῦ ἀφελέσθαι ἐλπίδα συντριμμὸν πολέμου -
Mi 3,3
LXX · V.AAI3P
ὃν τρόπον κατέφαγον τὰς σάρκας τοῦ λαοῦ μου καὶ τὰ δέρματα αὐτῶν ἀπὸ τῶν ὀστέων αὐτῶν ἐξέδειραν καὶ τὰ ὀστέα αὐτῶν συνέθλασαν καὶ ἐμέλισαν ὡς σάρκας εἰς λέβητα καὶ ὡς κρέα εἰς χύτραν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)