G7046 — 3 wystąpień
G7046 · ἑδράζω (hedrazō) · to seat — to make to sit, place , [ variant dates Anthology Palantina (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 1Mdr 1Syr 1
-
Prz 8,25
LXX · V.APN
πρὸ τοῦ ὄρη ἑδρασθῆναι πρὸ δὲ πάντων βουνῶν γεννᾷ με -
Mdr 4,3
LXX · V.FAI3S
πολύγονον δὲ ἀσεβῶν πλῆθος οὐ χρησιμεύσει καὶ ἐκ νόθων μοσχευμάτων οὐ δώσει ῥίζαν εἰς βάθος οὐδὲ ἀσφαλῆ βάσιν ἑδράσει -
Syr 22,17
LXX · V.XMPNSF
καρδία ἡδρασμένη ἐπὶ διανοίας συνέσεως ὡς κόσμος ψαμμωτὸς τοίχου ξυστοῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)