G7033 — 5 wystąpień
G7033 · ἐγκωμιάζω (egkōmiazō) · to laud — to praise, laud, extol one, ἐπί τινι for a thing, (Plato Philosophus):—;Pass. to be praised , (Herdotus Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 5
-
Prz 12,8
LXX · V.PMI3S
στόμα συνετοῦ ἐγκωμιάζεται ὑπὸ ἀνδρός νωθροκάρδιος δὲ μυκτηρίζεται -
Prz 34,2
LXX · V.PAD3S
ἐγκωμιαζέτω σε ὁ πέλας καὶ μὴ τὸ σὸν στόμα ἀλλότριος καὶ μὴ τὰ σὰ χείλη -
Prz 34,21
LXX · V.PAPGPM
δοκίμιον ἀργύρῳ καὶ χρυσῷ πύρωσις ἀνὴρ δὲ δοκιμάζεται διὰ στόματος ἐγκωμιαζόντων αὐτόν καρδία ἀνόμου ἐκζητεῖ κακά καρδία δὲ εὐθὴς ἐκζητεῖ γνῶσιν -
Prz 35,4
LXX · V.PAI3P
οὕτως οἱ ἐγκαταλείποντες τὸν νόμον ἐγκωμιάζουσιν ἀσέβειαν οἱ δὲ ἀγαπῶντες τὸν νόμον περιβάλλουσιν ἑαυτοῖς τεῖχος -
Prz 36,2
LXX · V.PMPGPM
ἐγκωμιαζομένων δικαίων εὐφρανθήσονται λαοί ἀρχόντων δὲ ἀσεβῶν στένουσιν ἄνδρες
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)