G6981 — 1 wystąpień
G6981 · δυστοκέω (dustokeō) · to suffer birth pangs — to be in sore travail , of women:—; metaphorically , δυστοκεῖ πόλις (Aristophanes Comicus) ; from δύστοκος (ML) [STEPBible CC BY]
Rdz 1
-
Rdz 35,16
LXX · V.AAI3S
ἀπάρας δὲ Ιακωβ ἐκ Βαιθηλ ἔπηξεν τὴν σκηνὴν αὐτοῦ ἐπέκεινα τοῦ πύργου Γαδερ ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἤγγισεν Χαβραθα εἰς γῆν ἐλθεῖν Εφραθα ἔτεκεν Ραχηλ καὶ ἐδυστόκησεν ἐν τῷ τοκετῷ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)