G695 — 3 wystąpień
G695 · ἀργυροκόπος (argurokopos) · silversmith — ἀργυροκόπος , -ου, ὁ; (ἄργυρος, κόπτω, to beat) [in LXX: Jdg.17:4 , Jer.6:29 (צָרַף) * ;] ; a silversmith : Act.19:24 (Plut.; 77., see MM, see word).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Sdz 1Jr 1Dz 1
-
Sdz 17,4
LXX · N.DSM
καὶ ἀπέδωκεν τὸ ἀργύριον τῇ μητρὶ αὐτοῦ καὶ ἔλαβεν ἡ μήτηρ αὐτοῦ διακοσίους ἀργυρίου καὶ ἔδωκεν αὐτὸ ἀργυροκόπῳ καὶ ἐποίησεν αὐτὸ γλυπτὸν καὶ χωνευτόν καὶ ἐγενήθη ἐν οἴκῳ Μιχαια -
Jr 6,29
LXX · N.NSM
ἐξέλιπεν φυσητὴρ ἀπὸ πυρός ἐξέλιπεν μόλιβος εἰς κενὸν ἀργυροκόπος ἀργυροκοπεῖ πονηρία αὐτῶν οὐκ ἐτάκη -
Dz 19,24
SBLGNT · ----NSM-
Δημήτριος γάρ τις ὀνόματι, ἀργυροκόπος, ποιῶν ναοὺς ἀργυροῦς Ἀρτέμιδος παρείχετο τοῖς τεχνίταις οὐκ ὀλίγην ἐργασίαν,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)