G6921 — 3 wystąpień
G6921 · διευλαβέομαι (dieulabeomai) · to revere — Dep. to take good heed to, beware of, be on one's guard against , with accusative or genitive , (Plato Philosophus) (ML) [STEPBible CC BY]
Pwt 12 Mch 1Hi 1
-
Pwt 28,60
LXX · V.IMI2S
καὶ ἐπιστρέψει ἐπὶ σὲ πᾶσαν τὴν ὀδύνην Αἰγύπτου τὴν πονηράν ἣν διευλαβοῦ ἀπὸ προσώπου αὐτῶν καὶ κολληθήσονται ἐν σοί -
2 Mch 9,29
LXX · V.APPNSM
παρεκομίζετο δὲ τὸ σῶμα Φίλιππος ὁ σύντροφος αὐτοῦ ὃς καὶ διευλαβηθεὶς τὸν υἱὸν Ἀντιόχου πρὸς Πτολεμαῖον τὸν Φιλομήτορα εἰς Αἴγυπτον διεκομίσθη -
Hi 6,16
LXX · V.IMI3P
οἵτινές με διευλαβοῦντο νῦν ἐπιπεπτώκασίν μοι ὥσπερ χιὼν ἢ κρύσταλλος πεπηγώς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)