G6887 — 5 wystąpień
G6887 · διατείνω (diateinō) · to extend — 1. to stretch to the uttermost , τόξον (Herdotus Historicus): to stretch out , τὰς χεῖρας (Xenophon Historicus) ; 2. intransitive to extend, continue , (Aristotle Philosopher) ; 3. Mid. and Pass. to exert oneself , (Xenophon Historicus), e… [STEPBible CC BY]
Ps 2Mdr 1Iz 2
-
Ps 85,6
LXX · V.FAI2S
μὴ εἰς τὸν αἰῶνα ὀργισθήσῃ ἡμῖν ἢ διατενεῖς τὴν ὀργήν σου ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν -
Ps 140,6
LXX · V.AAI3P
ἔκρυψαν ὑπερήφανοι παγίδα μοι καὶ σχοινία διέτειναν παγίδας τοῖς ποσίν μου ἐχόμενα τρίβου σκάνδαλον ἔθεντό μοι διάψαλμα -
Mdr 8,1
LXX · V.PAI3S
διατείνει δὲ ἀπὸ πέρατος ἐπὶ πέρας εὐρώστως καὶ διοικεῖ τὰ πάντα χρηστῶς -
Iz 21,15
LXX · V.XMPGPM
διὰ τὸ πλῆθος τῶν φευγόντων καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν πλανωμένων καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῆς μαχαίρας καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν τοξευμάτων τῶν διατεταμένων καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν πεπτωκότων ἐν τῷ πολέμῳ -
Iz 40,22
LXX · V.AAPNSM
ὁ κατέχων τὸν γῦρον τῆς γῆς καὶ οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐτῇ ὡς ἀκρίδες ὁ στήσας ὡς καμάραν τὸν οὐρανὸν καὶ διατείνας ὡς σκηνὴν κατοικεῖν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)