G6877 — 2 wystąpień
G6877 · διασκευάζω (diaskeuazō) · to equip — 1. to get quite ready, equip , (Lucian):—;Pass., perfect participle διεσκευασμένοι dressed , (Plutarch): —;Mid. to prepare for oneself, provide , (Thucydides): to equip oneself , (Xenophon Historicus) ; 2. Mid., διασκευασάμενος τὴν οὐσίαν … [STEPBible CC BY]
Joz 11 Mch 1
-
Joz 4,12
LXX · V.XMPNPM
καὶ διέβησαν οἱ υἱοὶ Ρουβην καὶ οἱ υἱοὶ Γαδ καὶ οἱ ἡμίσεις φυλῆς Μανασση διεσκευασμένοι ἔμπροσθεν τῶν υἱῶν Ισραηλ καθάπερ ἐνετείλατο αὐτοῖς Μωυσῆς -
1 Mch 6,33
LXX · V.API3P
καὶ ὤρθρισεν ὁ βασιλεὺς τὸ πρωὶ καὶ ἀπῆρεν τὴν παρεμβολὴν ἐν ὁρμήματι αὐτῆς κατὰ τὴν ὁδὸν Βαιθζαχαρια καὶ διεσκευάσθησαν αἱ δυνάμεις εἰς τὸν πόλεμον καὶ ἐσάλπισαν ταῖς σάλπιγξιν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)