G6866 — 3 wystąpień
G6866 · διαπνέω (diapneō) · to refresh — 1. to blow through : —; Pass., αὔραις διαπνεῖσθαι (Xenophon Historicus) ; 2. to breathe between times, get breath , (Plutarch) ; 3. intransitive to disperse in vapour , (Plato Philosophus) (ML) [STEPBible CC BY]
Pnp 3
-
Pnp 2,17
LXX · V.AAS3S
ἕως οὗ διαπνεύσῃ ἡ ἡμέρα καὶ κινηθῶσιν αἱ σκιαί ἀπόστρεψον ὁμοιώθητι σύ ἀδελφιδέ μου τῷ δόρκωνι ἢ νεβρῷ ἐλάφων ἐπὶ ὄρη κοιλωμάτων -
Pnp 4,6
LXX · V.AAS3S
ἕως οὗ διαπνεύσῃ ἡ ἡμέρα καὶ κινηθῶσιν αἱ σκιαί πορεύσομαι ἐμαυτῷ πρὸς τὸ ὄρος τῆς σμύρνης καὶ πρὸς τὸν βουνὸν τοῦ Λιβάνου -
Pnp 4,16
LXX · V.AAD2S
ἐξεγέρθητι βορρᾶ καὶ ἔρχου νότε διάπνευσον κῆπόν μου καὶ ῥευσάτωσαν ἀρώματά μου καταβήτω ἀδελφιδός μου εἰς κῆπον αὐτοῦ καὶ φαγέτω καρπὸν ἀκροδρύων αὐτοῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)