G6860 — 4 wystąpień
G6860 · διαπέμπω (diapempō) · to spread — 1. to send off in different directions, send to and fro, send about or round , (Herdotus Historicus) ; 2. to send over or across , (Aristophanes Comicus): to transmit , ἐπιστολήν (Thucydides); so in Mid., (Thucydides) (ML) [STEPBible CC BY]
Jdt 12 Mch 2Prz 1
-
Jdt 14,12
LXX · V.AAI3P
οἱ δὲ υἱοὶ Ασσουρ ὡς εἶδον αὐτούς διέπεμψαν ἐπὶ τοὺς ἡγουμένους αὐτῶν οἱ δὲ ἦλθον ἐπὶ τοὺς στρατηγοὺς καὶ χιλιάρχους καὶ ἐπὶ πάντα ἄρχοντα αὐτῶν -
2 Mch 3,37
LXX · V.APN
τοῦ δὲ βασιλέως ἐπερωτήσαντος τὸν Ἡλιόδωρον ποῖός τις εἴη ἐπιτήδειος ἔτι ἅπαξ διαπεμφθῆναι εἰς Ιεροσόλυμα ἔφησεν -
2 Mch 11,26
LXX · V.AMPNSM
εὖ οὖν ποιήσεις διαπεμψάμενος πρὸς αὐτοὺς καὶ δοὺς δεξιάς ὅπως εἰδότες τὴν ἡμετέραν προαίρεσιν εὔθυμοί τε ὦσιν καὶ ἡδέως διαγίνωνται πρὸς τῇ τῶν ἰδίων ἀντιλήμψει -
Prz 16,28
LXX · V.PMI3S
ἀνὴρ σκολιὸς διαπέμπεται κακὰ καὶ λαμπτῆρα δόλου πυρσεύει κακοῖς καὶ διαχωρίζει φίλους
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)