G681 — 2 wystąpień
G681 · ἅπτω (haptō) · to touch — ἅπτω ; [in LXX chiefly for נָגַע ;] ; prop., to fasten to; hence, of fire, to kindle, light : Luk.8:16 11:33 15:8 , Act.28:2 . Mid., with genitive, to fasten oneself to, cling to, lay hold of (so in π.; MM, see word): Mat.8:3, 15 , Jhn.20:17… [STEPBible CC BY]
Rdz 1Jdt 1
-
Rdz 32,33
LXX · V.AMI3S
ἕνεκεν τούτου οὐ μὴ φάγωσιν οἱ υἱοὶ Ισραηλ τὸ νεῦρον ὃ ἐνάρκησεν ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης ὅτι ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ Ιακωβ τοῦ νεύρου καὶ ἐνάρκησεν -
Jdt 13,13
LXX · V.AAPNPM
καὶ συνέδραμον πάντες ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου αὐτῶν ὅτι παράδοξον ἦν αὐτοῖς τὸ ἐλθεῖν αὐτήν καὶ ἤνοιξαν τὴν πύλην καὶ ὑπεδέξαντο αὐτὰς καὶ ἅψαντες πῦρ εἰς φαῦσιν περιεκύκλωσαν αὐτάς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)