G6787 — 5 wystąpień
G6787 · δείλαιος (deilaios) · wretched — lengthened form of δειλός, wretched, sorry, paltry , mostly of persons, [ variant dates Tragica Adespota ; also, δ. χάρις a sorry kindness, (Aeschulus Tragicus); δ. σποδός paltry dust, (Sophocles Tragicus), etc. [Penult. is often made shor… [STEPBible CC BY]
Ba 3Oz 1Na 1
-
Ba 4,31
LXX · A.NPM
δείλαιοι οἱ σὲ κακώσαντες καὶ ἐπιχαρέντες τῇ σῇ πτώσει -
Ba 4,32
LXX · A.NPF
δείλαιαι αἱ πόλεις αἷς ἐδούλευσαν τὰ τέκνα σου δειλαία ἡ δεξαμένη τοὺς υἱούς σου -
Ba 4,32
LXX · A.NSF
δείλαιαι αἱ πόλεις αἷς ἐδούλευσαν τὰ τέκνα σου δειλαία ἡ δεξαμένη τοὺς υἱούς σου -
Oz 7,13
LXX · A.NPM
οὐαὶ αὐτοῖς ὅτι ἀπεπήδησαν ἀπ᾿ ἐμοῦ δείλαιοί εἰσιν ὅτι ἠσέβησαν εἰς ἐμέ ἐγὼ δὲ ἐλυτρωσάμην αὐτούς αὐτοὶ δὲ κατελάλησαν κατ᾿ ἐμοῦ ψεύδη -
Na 3,7
LXX · A.NSF
καὶ ἔσται πᾶς ὁ ὁρῶν σε ἀποπηδήσεται ἀπὸ σοῦ καὶ ἐρεῖ Δειλαία Νινευη τίς στενάξει αὐτήν πόθεν ζητήσω παράκλησιν αὐτῇ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)