G6759 — 2 wystąpień
G6759 · γομφιάζω (gomphiazō) · to have a toothache — to have a toothache [STEPBible CC BY]
Syr 1Ez 1
-
Syr 30,10
LXX · V.FAI2S
μὴ συγγελάσῃς αὐτῷ ἵνα μὴ συνοδυνηθῇς καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων γομφιάσεις τοὺς ὀδόντας σου -
Ez 18,2
LXX · V.AAI3P
υἱὲ ἀνθρώπου τί ὑμῖν ἡ παραβολὴ αὕτη ἐν τοῖς υἱοῖς Ισραηλ λέγοντες οἱ πατέρες ἔφαγον ὄμφακα καὶ οἱ ὀδόντες τῶν τέκνων ἐγομφίασαν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)