G6686 — 2 wystąpień
G6686 · βόστρυχος (bostruchos) · a curl — 1. a curl or lock of hair , (Aeschulus Tragicus), etc. ; 2. anything twisted or wreathed , πυρὸς β., of a flash of lightning , (Aeschulus Tragicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Pnp 2
-
Pnp 5,2
LXX · N.NPM
ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου κρούει ἐπὶ τὴν θύραν ἄνοιξόν μοι ἀδελφή μου ἡ πλησίον μου περιστερά μου τελεία μου ὅτι ἡ κεφαλή μου ἐπλήσθη δρόσου καὶ οἱ βόστρυχοί μου ψεκάδων νυκτός -
Pnp 5,11
LXX · N.NPM
κεφαλὴ αὐτοῦ χρυσίον καὶ φαζ βόστρυχοι αὐτοῦ ἐλάται μέλανες ὡς κόραξ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)