G6683 — 4 wystąpień
G6683 · βομβέω (bombeō) · to resonate — to make a booming, humming noise, to sound deep or hollow , (Homer); βόμβησαν κατὰ ῥόον the oars fell with a loud noise down into the tide, (Odyssey by Homer); βόμβησεν λίθος the stone flew humming through the air, (Odyssey by Homer):—;of … [STEPBible CC BY]
1 Krn 1Jr 3
-
1 Krn 16,32
LXX · V.FAI3S
βομβήσει ἡ θάλασσα σὺν τῷ πληρώματι καὶ ξύλον ἀγροῦ καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ -
Jr 31,36
LXX · V.FAI3P
διὰ τοῦτο καρδία μου Μωαβ ὥσπερ αὐλοὶ βομβήσουσιν καρδία μου ἐπ᾿ ἀνθρώπους Κιραδας ὥσπερ αὐλὸς βομβήσει διὰ τοῦτο ἃ περιεποιήσατο ἀπώλετο ἀπὸ ἀνθρώπου -
Jr 31,36
LXX · V.FAI3S
διὰ τοῦτο καρδία μου Μωαβ ὥσπερ αὐλοὶ βομβήσουσιν καρδία μου ἐπ᾿ ἀνθρώπους Κιραδας ὥσπερ αὐλὸς βομβήσει διὰ τοῦτο ἃ περιεποιήσατο ἀπώλετο ἀπὸ ἀνθρώπου -
Jr 38,36
LXX · V.AAI3S
οὕτως εἶπεν κύριος ὁ δοὺς τὸν ἥλιον εἰς φῶς τῆς ἡμέρας σελήνην καὶ ἀστέρας εἰς φῶς τῆς νυκτός καὶ κραυγὴν ἐν θαλάσσῃ καὶ ἐβόμβησεν τὰ κύματα αὐτῆς κύριος παντοκράτωρ ὄνομα αὐτῷ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)