G6678 — 9 wystąpień
G6678 · βλέφαρον (blepharon) · eyelid — 1. mostly in plural the eyelids , (Homer) ; 2. the eyes , [ variant dates Tragica Adespota : ἁμέρας βλέφαρον, νυκτὸς βλέφαρον, i. e. the sun, the moon, (Sophocles Tragicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 1Ps 2Prz 4Syr 1Jr 1
-
Hi 16,16
LXX · N.DPM
ἡ γαστήρ μου συγκέκαυται ἀπὸ κλαυθμοῦ ἐπὶ δὲ βλεφάροις μου σκιά -
Ps 11,4
LXX · N.NPN
κύριος ἐν ναῷ ἁγίῳ αὐτοῦ κύριος ἐν οὐρανῷ ὁ θρόνος αὐτοῦ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν πένητα ἀποβλέπουσιν τὰ βλέφαρα αὐτοῦ ἐξετάζει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων -
Ps 132,4
LXX · N.DPN
εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου -
Prz 4,25
LXX · N.APN
οἱ ὀφθαλμοί σου ὀρθὰ βλεπέτωσαν τὰ δὲ βλέφαρά σου νευέτω δίκαια -
Prz 6,4
LXX · N.DPN
μὴ δῷς ὕπνον σοῖς ὄμμασιν μηδὲ ἐπινυστάξῃς σοῖς βλεφάροις -
Prz 6,25
LXX · N.GPN
μή σε νικήσῃ κάλλους ἐπιθυμία μηδὲ ἀγρευθῇς σοῖς ὀφθαλμοῖς μηδὲ συναρπασθῇς ἀπὸ τῶν αὐτῆς βλεφάρων -
Prz 30,13
LXX · N.DPN
ἔκγονον κακὸν ὑψηλοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχει τοῖς δὲ βλεφάροις αὐτοῦ ἐπαίρεται -
Syr 26,9
LXX · N.DPN
πορνεία γυναικὸς ἐν μετεωρισμοῖς ὀφθαλμῶν καὶ ἐν τοῖς βλεφάροις αὐτῆς γνωσθήσεται -
Jr 9,17
LXX · N.NPN
καὶ λαβέτωσαν ἐφ᾿ ὑμᾶς θρῆνον καὶ καταγαγέτωσαν οἱ ὀφθαλμοὶ ὑμῶν δάκρυα καὶ τὰ βλέφαρα ὑμῶν ῥείτω ὕδωρ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)