G6656 — 2 wystąpień
G6656 · βαρυθυμέω (baruthumeō) · be weighed down — to be weighed down: to be heavy at heart : in Mid., (Plutarch) (ML) [STEPBible CC BY]
Lb 11 Krl 1
-
Lb 16,15
LXX · V.AAI3S
καὶ ἐβαρυθύμησεν Μωυσῆς σφόδρα καὶ εἶπεν πρὸς κύριον μὴ προσχῇς εἰς τὴν θυσίαν αὐτῶν οὐκ ἐπιθύμημα οὐδενὸς αὐτῶν εἴληφα οὐδὲ ἐκάκωσα οὐδένα αὐτῶν -
1 Krl 11,25
LXX · V.AAI3S
αὕτη ἡ κακία ἣν ἐποίησεν Αδερ καὶ ἐβαρυθύμησεν ἐν Ισραηλ καὶ ἐβασίλευσεν ἐν γῇ Εδωμ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)