G6650 — 6 wystąpień
G6650 · βάλανος (balanos) · a pin — 1. an acorn , Lat. glans , the fruit of the φηγός, given to swine, (Odyssey by Homer):—; any similar fruit, the date , (Herdotus Historicus) ; 2. from similarity of shape, an iron peg, a bolt-pin , Lat. pessulus , passed through the wooden… [STEPBible CC BY]
Rdz 2Sdz 1Iz 2Jr 1
-
Rdz 35,8
LXX · N.ASF
ἀπέθανεν δὲ Δεββωρα ἡ τροφὸς Ρεβεκκας κατώτερον Βαιθηλ ὑπὸ τὴν βάλανον καὶ ἐκάλεσεν Ιακωβ τὸ ὄνομα αὐτῆς Βάλανος πένθους -
Rdz 35,8
LXX · N.NSF
ἀπέθανεν δὲ Δεββωρα ἡ τροφὸς Ρεβεκκας κατώτερον Βαιθηλ ὑπὸ τὴν βάλανον καὶ ἐκάλεσεν Ιακωβ τὸ ὄνομα αὐτῆς Βάλανος πένθους -
Sdz 9,6
LXX · N.DSF
καὶ συνήχθησαν πάντες ἄνδρες Σικιμων καὶ πᾶς οἶκος Βηθμααλων καὶ ἐπορεύθησαν καὶ ἐβασίλευσαν τὸν Αβιμελεχ πρὸς τῇ βαλάνῳ τῇ εὑρετῇ τῆς στάσεως τῆς ἐν Σικιμοις -
Iz 2,13
LXX · N.GSF
καὶ ἐπὶ πᾶσαν κέδρον τοῦ Λιβάνου τῶν ὑψηλῶν καὶ μετεώρων καὶ ἐπὶ πᾶν δένδρον βαλάνου Βασαν -
Iz 6,13
LXX · N.NSF
καὶ ἔτι ἐπ᾿ αὐτῆς ἔστιν τὸ ἐπιδέκατον καὶ πάλιν ἔσται εἰς προνομὴν ὡς τερέβινθος καὶ ὡς βάλανος ὅταν ἐκπέσῃ ἀπὸ τῆς θήκης αὐτῆς -
Jr 30,26
LXX · N.NPF
ἀνάστηθι καὶ ἀνάβηθι ἐπ᾿ ἔθνος εὐσταθοῦν καθήμενον εἰς ἀναψυχήν οἷς οὔκ εἰσιν θύραι οὐ βάλανοι οὐ μοχλοί μόνοι καταλύουσιν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)