G6647 — 3 wystąpień
G6647 · βαίνω (bainō) · to go — 1. in most forms, ; 2. intransitive to walk, step , properly of motion on foot , ποσσὶ or ποσὶ βαίνειν (Homer), etc.; with infinitive in (Homer), βῆ ἰέναι, βῆ ἰέμεν set out to go, went his way, (Iliad by Homer); βῆ θέειν started to run, (I… [STEPBible CC BY]
Pwt 1Mdr 2
-
Pwt 28,56
LXX · V.PAN
καὶ ἡ ἁπαλὴ ἐν ὑμῖν καὶ ἡ τρυφερὰ σφόδρα ἧς οὐχὶ πεῖραν ἔλαβεν ὁ ποὺς αὐτῆς βαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς διὰ τὴν τρυφερότητα καὶ διὰ τὴν ἁπαλότητα βασκανεῖ τῷ ὀφθαλμῷ αὐτῆς τὸν ἄνδρα αὐτῆς τὸν ἐν τῷ κόλπῳ αὐτῆς καὶ τὸν υἱὸν καὶ τὴν θυγατέρα αὐτῆς -
Mdr 4,4
LXX · V.XAPASM
κἂν γὰρ ἐν κλάδοις πρὸς καιρὸν ἀναθάλῃ ἐπισφαλῶς βεβηκότα ὑπὸ ἀνέμου σαλευθήσεται καὶ ὑπὸ βίας ἀνέμων ἐκριζωθήσεται -
Mdr 18,16
LXX · V.YAI3S
καὶ στὰς ἐπλήρωσεν τὰ πάντα θανάτου καὶ οὐρανοῦ μὲν ἥπτετο βεβήκει δ᾿ ἐπὶ γῆς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)