G6638 — 3 wystąpień
G6638 · ἀωρία (aōria) · midnight — a wrong time : accusative as adverb , ἀωρίαν ἥκειν to have come too late , (Aristophanes Comicus); ἀωρίαι at an unseasonable time, so late , (Lucian) (ML) [STEPBible CC BY]
Ps 1Iz 1So 1
-
Ps 119,147
LXX · N.DSF
προέφθασα ἐν ἀωρίᾳ καὶ ἐκέκραξα εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα -
Iz 59,9
LXX · N.DSF
διὰ τοῦτο ἀπέστη ἡ κρίσις ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ οὐ μὴ καταλάβῃ αὐτοὺς δικαιοσύνη ὑπομεινάντων αὐτῶν φῶς ἐγένετο αὐτοῖς σκότος μείναντες αὐγὴν ἐν ἀωρίᾳ περιεπάτησαν -
So 1,15
LXX · N.GSF
ἡμέρα ὀργῆς ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἡμέρα θλίψεως καὶ ἀνάγκης ἡμέρα ἀωρίας καὶ ἀφανισμοῦ ἡμέρα σκότους καὶ γνόφου ἡμέρα νεφέλης καὶ ὁμίχλης
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)