G6618 — 4 wystąpień
G6618 · ἀφάπτω (aphaptō) · to affix — to fasten from or upon , ἅμματα ἀφ. to tie knots on a string , (Herdotus Historicus):—;Pass. to be hung on, hang on , perfect participle ἀπαμμένος (ionic for ἀφημμένος), (Herdotus Historicus); ἀφημμένος ἔκ τινος (Theocritus Poeta Bucolicus… [STEPBible CC BY]
Pwt 2Prz 2
-
Pwt 6,8
LXX · V.FAI2S
καὶ ἀφάψεις αὐτὰ εἰς σημεῖον ἐπὶ τῆς χειρός σου καὶ ἔσται ἀσάλευτον πρὸ ὀφθαλμῶν σου -
Pwt 11,18
LXX · V.FAI2P
καὶ ἐμβαλεῖτε τὰ ῥήματα ταῦτα εἰς τὴν καρδίαν ὑμῶν καὶ εἰς τὴν ψυχὴν ὑμῶν καὶ ἀφάψετε αὐτὰ εἰς σημεῖον ἐπὶ τῆς χειρὸς ὑμῶν καὶ ἔσται ἀσάλευτον πρὸ ὀφθαλμῶν ὑμῶν -
Prz 3,3
LXX · V.AAN
ἐλεημοσύναι καὶ πίστεις μὴ ἐκλιπέτωσάν σε ἄφαψαι δὲ αὐτὰς ἐπὶ σῷ τραχήλῳ καὶ εὑρήσεις χάριν -
Prz 6,21
LXX · V.AMD2S
ἄφαψαι δὲ αὐτοὺς ἐπὶ σῇ ψυχῇ διὰ παντὸς καὶ ἐγκλοίωσαι ἐπὶ σῷ τραχήλῳ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)