G6617 — 3 wystąpień
G6617 · ἀφάλλομαι (aphallomai) · to hop — 1. to spring off or from , ἐκ νεώς (Aeschulus Tragicus); ἀφήλατο jumped off , (Aristophanes Comicus) ; 2. to rebound, glance off , [ variant dates Anthology Palantina (ML) [STEPBible CC BY]
Syr 1Ez 1Na 1
-
Syr 36,26
LXX · V.PMPDSM
τίς γὰρ πιστεύσει εὐζώνῳ λῃστῇ ἀφαλλομένῳ ἐκ πόλεως εἰς πόλιν -
Ez 44,10
LXX · V.AMI3P
ἀλλ᾿ ἢ οἱ Λευῖται οἵτινες ἀφήλαντο ἀπ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ πλανᾶσθαι τὸν Ισραηλ ἀπ᾿ ἐμοῦ κατόπισθεν τῶν ἐνθυμημάτων αὐτῶν καὶ λήμψονται ἀδικίαν αὐτῶν -
Na 3,17
LXX · V.AMI3S
ἐξήλατο ὡς ἀττέλεβος ὁ σύμμικτός σου ὡς ἀκρὶς ἐπιβεβηκυῖα ἐπὶ φραγμὸν ἐν ἡμέραις πάγους ὁ ἥλιος ἀνέτειλεν καὶ ἀφήλατο καὶ οὐκ ἔγνω τὸν τόπον αὐτῆς οὐαὶ αὐτοῖς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)