G6603 — 6 wystąpień
G6603 · αὖλαξ (aulax) · a furrow — 1. a furrow made in ploughing, Lat. sulcus , (Homer), etc.; αὔλακ᾽ ἐλαύνειν to draw a furrow , (Hesiod) ; 2. metaphorically of a wife as the bearer of children , (Sophocles Tragicus) ; 3. metaphorically also, a furrow in the skin, a gash, … [STEPBible CC BY]
Lb 1Hi 2Ps 1Syr 2
-
Lb 22,24
LXX · N.DPM
καὶ ἔστη ὁ ἄγγελος τοῦ θεοῦ ἐν ταῖς αὔλαξιν τῶν ἀμπέλων φραγμὸς ἐντεῦθεν καὶ φραγμὸς ἐντεῦθεν -
Hi 31,38
LXX · N.NPM
εἰ ἐπ᾿ ἐμοί ποτε ἡ γῆ ἐστέναξεν εἰ δὲ καὶ οἱ αὔλακες αὐτῆς ἔκλαυσαν ὁμοθυμαδόν -
Hi 39,10
LXX · N.APM
δήσεις δὲ ἐν ἱμᾶσι ζυγὸν αὐτοῦ ἢ ἑλκύσει σου αὔλακας ἐν πεδίῳ -
Ps 65,11
LXX · N.APM
τοὺς αὔλακας αὐτῆς μέθυσον πλήθυνον τὰ γενήματα αὐτῆς ἐν ταῖς σταγόσιν αὐτῆς εὐφρανθήσεται ἀνατέλλουσα -
Syr 7,3
LXX · N.APM
υἱέ μὴ σπεῖρε ἐπ᾿ αὔλακας ἀδικίας καὶ οὐ μὴ θερίσῃς αὐτὰ ἑπταπλασίως -
Syr 38,26
LXX · N.APM
καρδίαν αὐτοῦ δώσει ἐκδοῦναι αὔλακας καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ εἰς χορτάσματα δαμάλεων
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)