G6590 — 4 wystąpień
G6590 · ἀτιμώρητος (atimōrētos) · unpunished — 1. unavenged , i. e., ; 2. unpunished , ἀτ. γίγνεσθαι to escape punishment, (Herdotus Historicus):—; adverb -τως, with impunity , (Plato Philosophus) ; 3. for which no revenge has been taken , ἀτιμώρητον ἐᾶν θάνατον (Aeschines Orator) ; 4.… [STEPBible CC BY]
Prz 4
-
Prz 11,21
LXX · A.NSM
χειρὶ χεῖρας ἐμβαλὼν ἀδίκως οὐκ ἀτιμώρητος ἔσται ὁ δὲ σπείρων δικαιοσύνην λήμψεται μισθὸν πιστόν -
Prz 19,5
LXX · A.NSM
μάρτυς ψευδὴς οὐκ ἀτιμώρητος ἔσται ὁ δὲ ἐγκαλῶν ἀδίκως οὐ διαφεύξεται -
Prz 19,9
LXX · A.NSM
μάρτυς ψευδὴς οὐκ ἀτιμώρητος ἔσται ὃς δ᾿ ἂν ἐκκαύσῃ κακίαν ἀπολεῖται ὑπ᾿ αὐτῆς -
Prz 35,20
LXX · A.NSM
ἀνὴρ ἀξιόπιστος πολλὰ εὐλογηθήσεται ὁ δὲ κακὸς οὐκ ἀτιμώρητος ἔσται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)