G6587 — 2 wystąpień
G6587 · ἀτείχιστος (ateichistos) · unwalled — 1. unwalled, unfortified , (Thucydides) ; 2. not walled in, not blockaded , (Thucydides) (ML) [STEPBible CC BY]
Lb 1Prz 1
-
Lb 13,19
LXX · A.DPM
καὶ τίς ἡ γῆ εἰς ἣν οὗτοι ἐγκάθηνται ἐπ᾿ αὐτῆς εἰ καλή ἐστιν ἢ πονηρά καὶ τίνες αἱ πόλεις εἰς ἃς οὗτοι κατοικοῦσιν ἐν αὐταῖς εἰ ἐν τειχήρεσιν ἢ ἐν ἀτειχίστοις -
Prz 32,28
LXX · A.NSF
ὥσπερ πόλις τὰ τείχη καταβεβλημένη καὶ ἀτείχιστος οὕτως ἀνὴρ ὃς οὐ μετὰ βουλῆς τι πράσσει
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)