G6539 — 3 wystąpień
G6539 · ἄρουρα (aroura) · plowed fields — 1. tilled or arable land, seed-land, cornland , Lat. arvum , and in plural corn-lands, fields , (Iliad by Homer): then, generally, land, earth , (Iliad by Homer); πατρὶς ἄρουρα father land , (Odyssey by Homer) ; 2. metaphorically of a woma… [STEPBible CC BY]
Rdz 11 Sm 2
-
Rdz 21,33
LXX · N.ASF
καὶ ἐφύτευσεν Αβρααμ ἄρουραν ἐπὶ τῷ φρέατι τοῦ ὅρκου καὶ ἐπεκαλέσατο ἐκεῖ τὸ ὄνομα κυρίου θεὸς αἰώνιος -
1 Sm 22,6
LXX · N.ASF
καὶ ἤκουσεν Σαουλ ὅτι ἔγνωσται Δαυιδ καὶ οἱ ἄνδρες οἱ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ Σαουλ ἐκάθητο ἐν τῷ βουνῷ ὑπὸ τὴν ἄρουραν τὴν ἐν Ραμα καὶ τὸ δόρυ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ παῖδες αὐτοῦ παρειστήκεισαν αὐτῷ -
1 Sm 31,13
LXX · N.ASF
καὶ λαμβάνουσιν τὰ ὀστᾶ αὐτῶν καὶ θάπτουσιν ὑπὸ τὴν ἄρουραν τὴν Ιαβις καὶ νηστεύουσιν ἑπτὰ ἡμέρας
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)