G6500 — 3 wystąpień
G6500 · ἀποτέμνω (apotemnō) · to shred — 1. to cut off, sever , (Iliad by Homer), attic:—;Pass., τὴν γλῶτταν ἀποτμηθείς having his tongue cut out , (Aeschines Orator) ; 2. to sever, divide , in a geographical sense, (Herdotus Historicus):—;Pass., of troops, to be cut off from the… [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Syr 1Jr 1
-
2 Mch 15,30
LXX · V.AAPAPM
καὶ προσέταξεν ὁ καθ᾿ ἅπαν σώματι καὶ ψυχῇ πρωταγωνιστὴς ὑπὲρ τῶν πολιτῶν ὁ τὴν τῆς ἡλικίας εὔνοιαν εἰς ὁμοεθνεῖς διαφυλάξας τὴν τοῦ Νικάνορος κεφαλὴν ἀποτεμόντας καὶ τὴν χεῖρα σὺν τῷ ὤμῳ φέρειν εἰς Ιεροσόλυμα -
Syr 25,26
LXX · V.AAD2S
εἰ μὴ πορεύεται κατὰ χεῖράς σου ἀπὸ τῶν σαρκῶν σου ἀπότεμε αὐτήν -
Jr 43,23
LXX · V.IAI3S
καὶ ἐγενήθη ἀναγινώσκοντος Ιουδιν τρεῖς σελίδας καὶ τέσσαρας ἀπέτεμνεν αὐτὰς τῷ ξυρῷ τοῦ γραμματέως καὶ ἔρριπτεν εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐπὶ τῆς ἐσχάρας ἕως ἐξέλιπεν πᾶς ὁ χάρτης εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐπὶ τῆς ἐσχάρας
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)