G6498 — 3 wystąpień
G6498 · ἀποσχίζω (aposchizō) · to sever — 1. to split or cleave off , (Odyssey by Homer) ; 2. to sever or detach from , τινὰ ἀπό τινος (Herdotus Historicus):—;Pass., ἀποσχισθῆναί τινος to be separated from . . ., (Herdotus Historicus); of a river, to be parted from the main stream… [STEPBible CC BY]
Lb 22 Krn 1
-
Lb 16,21
LXX · V.APD2P
ἀποσχίσθητε ἐκ μέσου τῆς συναγωγῆς ταύτης καὶ ἐξαναλώσω αὐτοὺς εἰς ἅπαξ -
Lb 16,26
LXX · V.APD2P
καὶ ἐλάλησεν πρὸς τὴν συναγωγὴν λέγων ἀποσχίσθητε ἀπὸ τῶν σκηνῶν τῶν ἀνθρώπων τῶν σκληρῶν τούτων καὶ μὴ ἅπτεσθε ἀπὸ πάντων ὧν ἐστιν αὐτοῖς μὴ συναπόλησθε ἐν πάσῃ τῇ ἁμαρτίᾳ αὐτῶν -
2 Krn 26,21
LXX · V.API3S
καὶ ἦν Οζιας ὁ βασιλεὺς λεπρὸς ἕως ἡμέρας τῆς τελευτῆς αὐτοῦ καὶ ἐν οἴκῳ αφφουσωθ ἐκάθητο λεπρός ὅτι ἀπεσχίσθη ἀπὸ οἴκου κυρίου καὶ Ιωαθαμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ κρίνων τὸν λαὸν τῆς γῆς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)