G6486 — 4 wystąpień
G6486 · ἀποστάζω (apostazō) · to drop from — 1. to let fall drop by drop, distil , (Theocritus Poeta Bucolicus) ; 2. intransitive to fall in drops, distil , (Sophocles Tragicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 3Pnp 1
-
Prz 5,3
LXX · V.PAI3S
μὴ πρόσεχε φαύλῃ γυναικί μέλι γὰρ ἀποστάζει ἀπὸ χειλέων γυναικὸς πόρνης ἣ πρὸς καιρὸν λιπαίνει σὸν φάρυγγα -
Prz 10,31
LXX · V.PAI3S
στόμα δικαίου ἀποστάζει σοφίαν γλῶσσα δὲ ἀδίκου ἐξολεῖται -
Prz 10,32
LXX · V.PAI3S
χείλη ἀνδρῶν δικαίων ἀποστάζει χάριτας στόμα δὲ ἀσεβῶν ἀποστρέφεται -
Pnp 4,11
LXX · V.PAI3P
κηρίον ἀποστάζουσιν χείλη σου νύμφη μέλι καὶ γάλα ὑπὸ τὴν γλῶσσάν σου καὶ ὀσμὴ ἱματίων σου ὡς ὀσμὴ Λιβάνου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)