G6484 — 3 wystąpień
G6484 · ἀποσοβέω (aposobeō) · to frighten away — 1. to scare away , as one does birds or flies, (Aristophanes Comicus); metaphorically , ἀποσοβῆσαι τὸν γέλων (Aristophanes Comicus) ; 2. intransitive to be off in a hurry , οὐκ ἀποσοβήσει; i. e. be off! (Aristophanes Comicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Pwt 1Syr 1Jr 1
-
Pwt 28,26
LXX · V.PAPNSM
καὶ ἔσονται οἱ νεκροὶ ὑμῶν κατάβρωμα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοῖς θηρίοις τῆς γῆς καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἀποσοβῶν -
Syr 22,20
LXX · V.PAI3S
βάλλων λίθον ἐπὶ πετεινὰ ἀποσοβεῖ αὐτά καὶ ὁ ὀνειδίζων φίλον διαλύσει φιλίαν -
Jr 7,33
LXX · V.PAPNSM
καὶ ἔσονται οἱ νεκροὶ τοῦ λαοῦ τούτου εἰς βρῶσιν τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοῖς θηρίοις τῆς γῆς καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἀποσοβῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)