G6475 — 4 wystąpień
G6475 · ἀποσβέννυμι (aposbennumi) · to consume — 1. to put out, extinguish, quench , (Aristophanes Comicus), etc. ; 2. Pass., with future middle aorist2 and perfect active intransitive , and aor1 passive —; to be extinguished, go out, cease to exist , (Euripides) (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 1Syr 2Iz 1
-
Prz 31,18
LXX · V.PMI3S
ἐγεύσατο ὅτι καλόν ἐστιν τὸ ἐργάζεσθαι καὶ οὐκ ἀποσβέννυται ὅλην τὴν νύκτα ὁ λύχνος αὐτῆς -
Syr 3,30
LXX · V.FAI3S
πῦρ φλογιζόμενον ἀποσβέσει ὕδωρ καὶ ἐλεημοσύνη ἐξιλάσεται ἁμαρτίας -
Syr 43,21
LXX · V.FAI3S
καταφάγεται ὄρη καὶ ἔρημον ἐκκαύσει καὶ ἀποσβέσει χλόην ὡς πῦρ -
Iz 10,18
LXX · V.FPI3S
ἀποσβεσθήσεται τὰ ὄρη καὶ οἱ βουνοὶ καὶ οἱ δρυμοί καὶ καταφάγεται ἀπὸ ψυχῆς ἕως σαρκῶν καὶ ἔσται ὁ φεύγων ὡς ὁ φεύγων ἀπὸ φλογὸς καιομένης
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)