G6461 — 2 wystąpień
G6461 · ἀποξενόω (apoxenoō) · be estranged — to drive from house and home, banish , (Plutarch):—;Pass., γῆς ἀποξενοῦσθαι (Euripides) (ML) [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Prz 1
-
2 Mch 5,9
LXX · V.AAPNSM
καὶ ὁ συχνοὺς τῆς πατρίδος ἀποξενώσας ἐπὶ ξένης ἀπώλετο πρὸς Λακεδαιμονίους ἀναχθεὶς ὡς διὰ τὴν συγγένειαν τευξόμενος σκέπης -
Prz 34,8
LXX · V.APS3S
ὥσπερ ὅταν ὄρνεον καταπετασθῇ ἐκ τῆς ἰδίας νοσσιᾶς οὕτως ἄνθρωπος δουλοῦται ὅταν ἀποξενωθῇ ἐκ τῶν ἰδίων τόπων
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)