G6443 — 3 wystąpień
G6443 · ἀποκλαίω (apoklaiō) · to weep — 1. to weep aloud , (Herdotus Historicus); with accusative cognate , ἀπ. στόνον (Sophocles Tragicus) ; 2. ἀπ. τινα or τι to bewail much, mourn deeply for , (Aeschulus Tragicus); so in Mid., ἀποκλαίεσθαι κακά (Sophocles Tragicus); τὴν πενίαν… [STEPBible CC BY]
Prz 1Jr 2
-
Prz 33,24
LXX · V.PMPNSM
χείλεσιν πάντα ἐπινεύει ἀποκλαιόμενος ἐχθρός ἐν δὲ τῇ καρδίᾳ τεκταίνεται δόλους -
Jr 31,32
LXX · V.FMI1S
ὡς κλαυθμὸν Ιαζηρ ἀποκλαύσομαί σοι ἄμπελος Σεβημα κλήματά σου διῆλθεν θάλασσαν Ιαζηρ ἥψαντο ἐπὶ ὀπώραν σου ἐπὶ τρυγηταῖς σου ὄλεθρος ἐπέπεσεν -
Jr 38,15
LXX · V.PMPNSF
οὕτως εἶπεν κύριος φωνὴ ἐν Ραμα ἠκούσθη θρήνου καὶ κλαυθμοῦ καὶ ὀδυρμοῦ Ραχηλ ἀποκλαιομένη οὐκ ἤθελεν παύσασθαι ἐπὶ τοῖς υἱοῖς αὐτῆς ὅτι οὐκ εἰσίν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)